Οδύσσεια: Περίληψη, Φαιακίς, Απόλογος (ι – μ)

Ο Απόλογος του Οδυσσέα στον βασιλιά των Φαιήκων αποτελεί μία μεγάλη ενότητα (βλ. με γαλάζιο χρώμα στην εικόνα) που περιγράφει τις περιπέτειες του Οδυσσέα από το στόμα του ίδιου, όπως τις διηγείται στη βασιλική αίθουσα του Αλκίνοου. Είναι το flash-back (αναδρομή στο παρελθόν), που μας αποκαλύπτει το ταξίδι του Οδυσσέα από την Τροίη ως την άφιξή του στο νησί των Φαιήκων.

  • ραψωδία ι

Ο Οδυσσέας κ’ οι σύντροφοί του αναχωρούν από την Τροίη. Αποβιβάζονται κατά σειρά σε διάφορα μέρη κ’ γνωρίζουν διάφορους λαούς. Αυτοί είναι:

Οι Κίκονες. Κατοικούν στην Ίσμαρο, απέναντι απ’ την Τροίη. Οι Ιθακήσιοι τους νικούν κ’ παίρνουν λάφυρα, όμως ύστερα, παρά τις συμβουλές του Οδυσσέα να φύγουν το γρηγορότερο, το ρίχνουν στο μεθοκόπι, οπότε οι γειτονικοί Κίκονες βρίσκουν ευκαιρία να αντεπιτεθούν κ’ να πετσοκόψουν μερικούς εισβολείς. Ο Οδυσσέας κ’ οι σύντροφοί του αναχωρούν τάχιστα με τα πλοία.

Οι Λωτοφάγοι. Οι άνεμοι φέρνουν τους Ιθακήσιους σε μια άγνωστη παραλία. Το απόσπασμα, που πάει να δει τι σόι άνθρωποι κατοικούν εκεί, δέχεται να φάει κάποιους ντόπιους καρπούς που φέρνουν λησμονιά. Ο Οδυσσέας δίνει εντολή να πάρουν ακόμη και δεμένους τους “ξεχασιάρηδες” στο πλοίο κ΄ όλοι μαζί σαλπάρουν ξανά για την πατρίδα.

Οι Κύκλωπες. Τα πλοία κατευθύνονται σε μια νέα στεριά. Σταματούν σε ένα νησάκι λίγο πιο έξω απ’ την ακτή: η φύση εκεί, ζώα κ’ φυτά, δεν έχει γνωρίσει χέρι ανθρώπου κ’ όλα, αν και άφθονα, είναι σε άγρια κατάσταση. Το κυνήγι, πάντως, πάει καλά και, αφού χορτάσουν, αρχηγός κ’ πλήρωμα κοιμούνται στην παραλία.

Την άλλη μέρα, ο Οδυσσέας παίρνει μερικούς συντρόφους κ’ αποβιβάζεται στην απέναντι στεριά, έχοντας μαζί του ένα ασκί ξεχωριστό κρασί, δώρο από τον ιερέα του Απόλλωνα που είχε προστατέψει από τους συντρόφους κατά την επιδρομή τους στην Ίσμαρο (Κίκονες). Επισκέπτονται τη σπηλιά ενός από αυτά τα τεράστια πλάσματα: οι σύντροφοι παρακαλούν τον Οδυσσέα να πάρουν όσα τυριά κ’ αρνιά μπορούν και να φύγουν αμέσως, όμως ο αρχηγός προτιμά να περιμένει τον βοσκό που κατοικεί εκεί.

Όταν, το βράδυ, ο βοσκός φέρνει τα ζώα στο μαντρί, μία δυσάρεστη έκπληξη περιμένει το απόσπασμα: ο Πολύφημος είναι άγριος, ανθρωποφάγος κ’ δεν φοβάται τους θεούς. Μετά από μια νύχτα αγωνίας, ο Οδυσσέας σκαρφίζεται ένα τέχνασμα για να αποδράσουν: ξεγελά τον Κύκλωπα, τον μεθάει κ’ ύστερα τον τυφλώνει με ένα πρόχειρο δόρυ που είχε φτιάξει. Το επόμενο πρωί, οι Ιθακήσιοι δραπετεύουν από τη σπηλιά, αλλά ο Οδυσσέας, που είχε αρχικά πει στον Κύκλωπα ότι το όνομά του είναι Κανένας (Οὔτις), αποκαλύπτει το πραγματικό του όνομα στον αντίπαλό του. Ο Πολύφημος είναι γιος του Ποσειδώνα κ’ παρακαλεί τον πατέρα του να κάνει το ταξίδι μαρτύριο για τον συγκεκριμένο ανθρωπάκο.

  • ραψωδία κ

Παρά τις απώλειες, οι Ιθακήσιοι συνεχίζουν το ταξίδι τους. Επισκέπτονται κι άλλες στεριές, όπου γνωρίζουν πλάσματα με διάφορες περίεργες συνήθειες:

Η οικογένεια του Αιόλου, φύλακα των ανέμων, κατοικεί στην Αιολία, ένα πλωτό νησί. Ο Αίολος έχει έξι γιους κ’ έξι κόρες που έχουν παντρευτεί μεταξύ τους. Οι Ιθακήσιοι περνούν εκεί έναν μήνα ΄ πριν φύγουν, ο Αίολος εμπιστεύεται στον Οδυσσέα έναν ασκό, όπου έχει κλείσει όλους τους ανέμους που μπορεί να εμποδίσουν το ταξίδι ως την Ιθάκη. Συμβουλεύει τον Οδυσσέα να μην ανοίξει τον ασκό όσο βρίσκεται στη θάλασσα. Ο Οδυσσέας, όμως, αποκοιμιέται λίγο πριν φτάσουν στο νησί τους κ’ οι σύντροφοι, που νομίζουν ότι το σακί έχει μέσα θησαυρούς, το ανοίγουν κρυφά. Η θύελλα, που εξαπολύεται, τους φέρνει πίσω στο νησί του Αιόλου –όμως, αυτή τη φορά, ο οικοδεσπότης τους ξαποστέλνει στο άγνωστο.

Οι Λαιστρυγόνες κατοικούν στην Τηλέπυλο. Τα πλοία του Οδυσσέα μπαίνουν στο λιμάνι της χώρας κ’ ένα απόσπασμα κατεβαίνει για αναγνώριση. Οι άντρες συναντούν μια κοπέλα που έχει βγει για νερό κ’ εκείνη τους δείχνει το σπίτι του πατέρα της. Είναι ο γιγαντόκορμος Αντιφάτης, που αμέσως φωνάζει τους συντοπίτες του για να κυνηγήσουν τους ξένους. Χτυπούν πολλούς Ιθακήσιους με τα καμάκια τους κ’ καταστρέφουν τα πλοία που έχουν προσορμίσει. Το πλοίο του Οδυσσέα, το μοναδικό που ήταν δεμένο έξω από το λιμάνι, γλιτώνει την καταστροφή. Οι άντρες ξεκινούν ξανά για την Ιθάκη.

Η μάγισσα Κίρκη, κόρη του θεού Ήλιου, κατοικεί στην Αίαιη. Αφού προσεγγίσουν την ακτή, ο Οδυσσέας κατεβαίνει για μια αρχική αναγνώριση. Βλέπει καπνό από εστία να υψώνεται στο βάθος κ’ επιστρέφει στην παραλία με θήραμα για να φάνε. Το επόμενο πρωί, μετά από κλήρωση, ένα απόσπασμα με επικεφαλής τον Ευρύλοχο πηγαίνει να δει ποιοι είναι οι κάτοικοι. Οι άντρες φοβούνται, αλλά η Κίρκη τους υποδέχεται κ’ τους προσφέρει φαγητό, όπου έχει ρίξει ένα φάρμακο που τους μεταμορφώνει σε χοίρους. Ο Ευρύλοχος, που μένει κρυμμένος έξω, φέρνει τα μαντάτα για την εξαφάνιση των συντρόφων. Παρακαλεί τον Οδυσσέα να φύγουν άμεσα, όμως εκείνος θέλει πρώτα να απελευθερώσει τους χαμένους συντρόφους του.

Στον δρόμο συναντά τον Ερμή, που του προσφέρει ένα μαγικό φυτό, ώστε να μην τον πιάσουν τα μάγια, καθώς και συμβουλές για να νικήσει τη μάγισσα. Ο Οδυσσέας ακολουθεί τις οδηγίες του Ερμή, φέρνει με τα νερά του την Κίρκη, που μεταμορφώνει ξανά τους συντρόφους σε ανθρώπους.

Μένουν εκεί για έναν ολόκληρο χρόνο, ώσπου οι σύντροφοι ζητούν από τον Οδυσσέα να ξαναφύγουν. Η Κίρκη ανακοινώνει στον ήρωα ότι πρέπει να ζητήσει χρησμό από τον μάντη Τειρεσία για τη συνέχεια του ταξιδιού του. Μόνο που ο Τειρεσίας είναι νεκρός. Ο Οδυσσέας θα πρέπει να ταξιδέψει ως τον Άδη.

Το επόμενο πρωί, ο Οδυσσέας καλεί τους συντρόφους, για να τους ανακοινώσει τα νέα. Ο νεαρός Ελπήνωρ, μετά το μεθύσι της προηγούμενης νύχτας, τσακίζεται απ’ την ταράτσα. Κανείς από τους Ιθακήσιους δεν χαίρεται με την προοπτική του ταξιδιού στο Βασίλειο των Νεκρών.

  • ραψωδία λ

Οι Ιθακήσιοι ταξιδεύουν ως την άκρη του Ωκεανού, στη χώρα των Κιμμερίων, που βρίσκεται στα πρόθυρα του Άδη. Ακολουθώντας τις οδηγίες της Κίρκης, ο Οδυσσέας θυσιάζει στους νεκρούς κ’ περιμένει να εμφανιστούν οι ψυχές, που διψούν για αίμα.

Πρώτη φτάνει η σκιά του Ελπήνορα, που παραγγέλνει στον αρχηγό του να τον θάψει κ’ να του στήσει μνημείο επιστρέφοντας στην Αιαίη. Ύστερα εμφανίζεται η ψυχή της μητέρας του Οδυσσέα, Αντίκλειας, που δεν αναγνωρίζει τον γιο της.

Καταφτάνει ο Τειρεσίας, πίνει αίμα, δίνει οδηγίες στον Οδυσσέα για τη συνέχεια του ταξιδιού του κ’ για την κατοπινή ζωή του κι ύστερα εξαφανίζεται πίσω στα βάθη του Άδη.

Ο ήρωας αφήνει τη μητέρα του να πιει αίμα: εκείνη τον ενημερώνει για όσα συνέβαιναν στην Ιθάκη ως τον θάνατό της. Το αίμα προσελκύει, στη συνέχεια, μία σειρά από παλιότερες ηρωίδες κ’ μαθαίνουμε λίγα πράγματα για την κάθε μια.

Ο Οδυσσέας διακόπτει την αφήγηση κ’ ξαναζητά να τον στείλουν στην πατρίδα του. Η Αρήτη κ’ ο Αλκίνοος τον διαβεβαιώνουν ότι αυτό θα γίνει κανονικά. Ο Αλκίνοος ζητά να μάθει, αν ο Οδυσσέας είδε κάτω στον Άδη κάποιον από τους Αχαιούς που πολεμούσαν μαζί του στην Τροία. Ο ήρωας ξαναπιάνει την ιστορία του από εκεί που την είχε διακόψει.

Στον Άδη, ο Οδυσσέας συναντά τον Αγαμέμνονα, που τον προειδοποιεί ενάντια στην προδοσία των γυναικών. Ο Αχιλλέας ζητά να μάθει για τον πατέρα κ’ τον γιο του, αλλά ο Οδυσσέας γνωρίζει μόνο για τον δεύτερο. Ο Αίαντας είναι ακόμη κακιωμένος με τον Οδυσσέα κ’ τον αποφεύγει ακόμη και νεκρός. Ο Οδυσσέας βλέπει ακόμη κάποιους καταδικασμένους σε αιώνιο μαρτύριο, καθώς κ’ παλιότερους ήρωες. Θα ήθελε να δει κι άλλους, όμως κρίνει ότι είναι πια ώρα να φεύγει.

  • ραψωδία μ

Οδυσσέας κ’ πλήρωμα επιστρέφουν στην Αιαίη. Η Κίρκη δίνει οδηγίες στον Οδυσσέα για τη συνέχεια του ταξιδιού του. Οι Ιθακήσιοι αναχωρούν. Στον δρόμο τους συναντούν τέρατα κ’ σημεία, τα οποία πρέπει να αποφύγουν με διάφορους τρόπους για να φτάσουν όσο πιο γρήγορα μπορούν στο νησί τους.

Οι Σειρήνες προσελκύουν τους ναυτικούς με το τραγούδι τους κ’ τους οδηγούν να τσακιστούν στα βράχια. Ο Οδυσσέας βουλώνει τα αυτιά των συντρόφων, που θα κωπηλατούν σταθερά, κ’ παραγγέλνει να τον δέσουν γερά στο κατάρτι, για να ακούσει το τραγούδι τους χωρίς να παρασυρθεί.

Η Σκύλλα, το τέρας με τα έξι κεφάλια,κ’η Χάρυβδις, η τρομερή ρουφήχτρα, κατοικούν σε κάποια αντικρυστά βράχια μέσα στη θάλασσα. Ο Οδυσσέας επιλέγει να περάσει κοντά απ’ τη Σκύλλα, ώστε να χάσει όσο το δυνατόν λιγότερους συντρόφους.

Στη Θρινακία έχει τα κοπάδια του από βόδια ο θεός Ήλιος. Ξέροντας ότι δεν πρέπει να τους βάλουν χέρι, ο Οδυσσέας παρακαλεί τους συντρόφους να μην αποβιβαστούν, όμως εκείνοι είναι αποκαμωμένοι κ’ διαφωνούν έντονα. Η έλλειψη ανέμου εγκλωβίζει στο νησί για έναν μήνα τους Ιθακήσιους, που νιώθουν να λιμοκτονούν. Όταν ο Οδυσσέας πάει να προσευχηθεί, οι θεοί τον αποκοιμίζουν κ’ οι σύντροφοι βρίσκουν ευκαιρία να φάνε μερικά βόδια, αψηφώντας την τιμωρία. Ο Ήλιος ζητά από τον Δία να τους τσακίσει.

Ο άνεμος ξαναφυσά κ’ οι Ιθακήσιοι αναχωρούν. Ξεσπά τρικυμία κ’ ένας κεραυνός τσακίζει το καράβι, πνίγοντας όλους, εκτός από τον Οδυσσέα. Η θάλασσα ξαναφέρνει τον ναυαγό στον βράχο της Χάρυβδης, όμως εκείνος γλιτώνει τη ρουφήχτρα γαντζωμένος από μια αγριοσυκιά. Τέλος, το κύμα τον ξεβράζει στην Ωγυγίη, κοντά στην Καλυψώ.

Leave a Comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *